ΑΛΛΑΓΕΣ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟ ΠΟΛΥΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΑΠΡΙΛΗΣ 2014

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ.6: ΑΡΣΗ ΕΜΠΟΔΙΩΝ ΣΤΟΝ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟ ΣΤΟΝ ΚΛΑΔΟ ΤΗΣ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΡΟΦΙΜΩΝ - ΑΡΤΟΠΟΙΗΤΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
1.      α. Η παράγραφος 2 του άρθρου 10 του ν. 3526/2007 (Α΄ 24):  
 (2. Ο άρτος παρασκευάζεται και διατίθεται, ανεξάρτητα από το σχήμα και τη μορφή του, σε βάρος 500 ή 1000 ή 1500 ή 2000 γραμμαρίων.)
αντικαθίσταται ως εξής
«2. Στον άρτο και τα αρτοπαρασκευάσματα που διατίθενται, ανεξάρτητα από το σχήμα και τη μορφή τους, αναγράφεται με ευκρίνεια η τιμή τους ανά κιλό. Συμπληρωματικά, στα προϊόντα που πωλούνται συνήθως ανά τεμάχιο (π.χ. κουλούρια τύπου Θεσσαλονίκης) αναγράφεται και η τιμή ανά τεμάχιο. Όλα τα προϊόντα των προηγούμενων εδαφίων ζυγίζονται υποχρεωτικά ενώπιον του καταναλωτή.»
             β. Οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 10 του ν. 3526/2007 καταργούνται.
(3. Τα αρτοπαρασκευάσματα παρασκευάζονται και δια­τίθενται, ανεξάρτητα από το σχήμα και τη μορφή τους, σε βάρος 250 ή 350 ή 500 ή 750 ή 1000 γραμμαρίων.
4. Τα κουλούρια τύπου Θεσσαλονίκης παρασκευάζο­νται και διατίθενται σε βάρος 40 γραμμαρίων τουλάχι­στον, κατά τεμάχιο).
                     2. α. Η παράγραφος 1 του άρθρου 14 του ν. 3526/2007
(ΔΙΑΘΕΣΗ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΑΡΤΟΠΟΙΙΑΣ
1.    Η πώληση των προϊόντων αρτοποιίας επιτρέπεται μόνο από τα αρτοποιεία και τα πρατήρια άρτου, από τα οποία είναι υποχρεωτική η διάθεση άρτου και αρτοπα­ρασκευασμάτων. Κατ' εξαίρεση, η πώληση προϊόντων αρτοποιίας επιτρέπεται και στα ζαχαροπλαστεία, στα γαλακτοπωλεία, στα καταστήματα τροφίμων και ζαχα­ρωδών προϊόντων, στα μεικτά καταστήματα τροφίμων και στις υπεραγορές τροφίμων, με τις προϋποθέσεις που απαιτούνται στο τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 4, εφόσον χορηγηθεί για τα καταστήματα αυτά άδεια ίδρυσης και λειτουργίας πρατηρίου άρτου. Ο χώρος πώλησης των προϊόντων αρτοποιίας στα κατα­στήματα τροφίμων, στα μεικτά καταστήματα τροφίμων και στις υπεραγορές τροφίμων διαχωρίζεται υποχρεω­τικά από τον υπόλοιπο χώρο των καταστημάτων αυτών, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 5, και ο χώρος πώλησης των προϊόντων αρτοποιίας στα ζαχαροπλαστεία, στα γαλακτοπωλεία και στα καταστή­ματα ζαχαρωδών προϊόντων διαχωρίζεται υποχρεωτικά κατά τρόπο που αποτρέπει την επαφή των προϊόντων αρτοποιίας από τα λοιπά προϊόντα. Σε όλα τα ανωτέρω καταστήματα, εκτός από τα αρτοποιεία και τα πρατήρια άρτου, δεν είναι υποχρεωτική η ύπαρξη αποχωρητηρίου στον χώρο πώλησης των προϊόντων τους.)
αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Η διάθεση των προϊόντων αρτοποιίας, δηλαδή η πώληση και διανομή άρτου και αρτοπαρασκευασμάτων, επιτρέπεται από όλα τα καταστήματα τροφίμων και ποτών υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 1 του άρθρου 4, τηρουμένων των υγειονομικών διατάξεων και των όρων και προϋποθέσεων που αφορούν την ασφάλεια των τροφίμων και την προστασία των καταναλωτών, εφόσον χορηγηθεί για τα καταστήματα αυτά άδεια ίδρυσης και λειτουργίας πρατηρίου άρτου.»
                 β. Η παράγραφος 1 του άρθρου 4 του ν. 3526/2007
(Ίδρυση και Επαναλειτουργία Πρατηρίου Αρτου
1.    Για την ίδρυση και λειτουργία αμιγούς πρατηρίου άρτου απαιτείται αυτοτελής ισόγειος χώρος, επιφανεί­ας δώδεκα (12) τουλάχιστον τετραγωνικών μέτρων με ανεξάρτητη είσοδο, σαφώς διαχωρισμένος από οποι­οδήποτε άλλο χώρο. Αν στο ίδιο πρατήριο πωλούνται εκτός του άρτου και άλλα προϊόντα από τα αναφερό­μενα στην περίπτωση ιε' του άρθρου 1, η απαιτούμενη ελάχιστη επιφάνεια του πρατηρίου ορίζεται σε είκοσι (20) τ.μ.. Αν το πρατήριο άρτου βρίσκεται εντός χώρου καταστήματος τροφίμων, μεικτού καταστήματος τροφί­μων ή υπεραγοράς τροφίμων, η απαιτούμενη ελάχιστη επιφάνεια ορίζεται σε δώδεκα (12) τ.μ.. Αν στους χώρους που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο λειτουργεί εγκατάσταση περάτωσης έψησης σύμφωνα με το άρθρο 5, ως απαιτούμενη ελάχιστη επιφάνεια του πρατηρίου ορίζεται το άθροισμα των ελάχιστων επιφανειών που απαιτούνται, κατά περίπτωση, για το αμιγές ή μη πρα­τήριο άρτου και την εγκατάσταση έψησης. Τα πρατήρια άρτου, αμιγή ή μη, που βρίσκονται εντός των χώρων, οι οποίοι αναφέρονται στο τρίτο εδάφιο, διαχωρίζονται από τους χώρους αυτούς, όπου πωλούνται άλλα προϊ­όντα, με κατάλληλο υλικό, που συνδέεται στερεά με το δάπεδο και έχει ύψος τουλάχιστον δύο (2) μέτρα)
αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Επιτρέπεται η ίδρυση πρατηρίου άρτου σε χώρους που πληρούν τις διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντα Οικοδομικού Κανονισμού. Αν το πρατήριο άρτου δεν αποτελεί αυτοτελές και ανεξάρτητο κατάστημα, επιτρέπεται η ίδρυση του σε όλα τα καταστήματα τροφίμων και ποτών πλην των κρεοπωλείων, των πτηνοπωλείων, των ιχθυοπωλείων και των περιπτέρων, σε χώρο σαφώς διαχωρισμένο και τηρουμένων των υγειονομικών διατάξεων.»
3. α. Τα πρατήρια άρτου, οι βιομηχανικές-βιοτεχνικές εγκαταστάσεις αρτοποιίας, τα επαγγελματικά εργαστήρια παραγωγής ζύμης, καθώς και τα αρτοποιεία που λειτουργούν νόμιμα κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, οφείλουν να συμμορφωθούν με το Ν. 3526/2007 εντός δύο (2) ετών από τη δημοσίευση του παρόντος. Μέχρι την πάροδο του διαστήματος αυτού εξακολουθούν να λειτουργούν νόμιμα και διέπονται από τους όρους της άδειας εγκατάστασης και λειτουργίας τους κατά περίπτωση.
β. Οι παράγραφοι 3, 4, 5 και 6 του άρθρου 20 του ν. 3526/2007 καταργούνται.
(3. Τα πρατήρια άρτου που λειτουργούν νόμιμα κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού, διέπονται από τις διατά­ξεις με βάση τις οποίες εκδόθηκε η άδεια λειτουργίας τους.
4. Για τον μηχανολογικό εξοπλισμό των βιομηχανικών-βιοτεχνικών εγκαταστάσεων αρτοποιίας, των επαγγελματικών εργαστηρίων παραγωγής ζύμης, καθώς και των αρτοποιείων, που λειτουργούν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του ν. 3325/2005.
5. Για τις βιομηχανικές-βιοτεχνικές εγκαταστάσεις πα­ραγωγής προϊόντων αρτοποιίας και τα αρτοποιεία, που λειτουργούν νόμιμα κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εξακολουθούν να ισχύουν οι ειδικοί όροι που αναγράφονται στην άδεια ίδρυσης και λειτουργίας τους και για τον μηχανολογικό εξοπλισμό τους οι σχετικές διατάξεις του ν. 3325/2005.
6. Οι άδειες εγκατάστασης των δραστηριοτήτων που ορίζονται στις περιπτώσεις β', στ' και ία' του άρθρου 2 του παρόντος νόμου, που έχουν εκδοθεί πριν από τη δημοσίευση αυτού και είναι σε ισχύ, εξακολουθούν να ισχύουν, μέχρι τη λήξη τους. Για τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας ή της ειδικής δήλωσης που αφο­ρούν στις δραστηριότητες του προηγούμενου εδαφίου, εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του ν. 3325/2005 και εξακολουθούν να ισχύουν οι προϋποθέσεις ίδρυσης των τεχνοοικονομικών αυτών μονάδων που ίσχυαν κατά το χρόνο έκδοσης της σχετικής άδειας εγκατάστασης.)
               4. Τo άρθρο 16 του ν. 3526/2007 καταργείται.
(Αποθέματα πρώτων και βοηθητικών υλών
1. Οι επιχειρήσεις αρτοποιίας υποχρεούνται να δια­τηρούν στον χώρο τους αποθέματα αλεύρων, καύσιμης ύλης και αλατιού, σε ποσότητες που καλύπτουν τις ανάγκες παραγωγής, με βάση την ημερήσια κατανάλω­ση των ειδών αυτών, για την παρασκευή άρτου τριών ημερών, κατά την περίοδο από 15 Ιουνίου μέχρι 15 Σεπτεμβρίου και μιας εβδομάδας, κατά την περίοδο από 16 Σεπτεμβρίου μέχρι 14 Ιουνίου.
2. Τα ανωτέρω αποθέματα ανανεώνονται κατά την χρησιμοποίηση τους, με τρόπο που εξασφαλίζει αμε­τάβλητη την ποσότητα τους και αποτρέπει τον κίνδυνο της αλλοίωσης των αλεύρων και του αλατιού.)
5. Η ΥΑ 131/3/1780/1974 (Β΄ 1088) καταργείται.
6. Το ν.δ. 296/1969 (Α΄ 194) καταργείται.
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Β: ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΤΟΝ ΚΛΑΔΟ ΤΗΣ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΡΟΦΙΜΩΝ
Ο κλάδος της επεξεργασίας τροφίμων αποτελεί έναν από τους πυλώνες της παραγωγικής και μεταποιητικής δραστηριότητας της Ελληνικής οικονομίας. Η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία του τομέα σύμφωνα και με τον ΟΟΣΑ αναλογεί σε 5,9 δισεκατομμύρια Ευρώ (2011) το οποίο αντιπροσωπεύει 23% του συνολικού κλάδου της βιομηχανίας και 3,5% της συνολικής ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας των οικονομικών δραστηριοτήτων της χώρας. Σε όρους εργασίας, ο τομέας προσέφερε 96,000 θέσεις εργασίας το τρίτο τετράμηνο του 2012 το οποίο εκπροσωπεί το 27,1% των συνολικών θέσεων εργασίας στη βιομηχανία. Παράλληλα, ο κλάδος έχει ισχυρή παρουσία στις εξαγωγές, με το πρώτο τετράμηνο του 2013 να αυξάνονται οι εξαγωγές τροφίμων κατά 4,4%, με αξία 1,6 δισεκατομμυρίων Ευρώ η οποία αντιπροσωπεύει το 13% των συνολικών εξαγωγών της χώρας.
Ο εντοπισμός των κανονιστικών εμποδίων στη νομοθεσία εφαρμόστηκε και στον τομέα της επεξεργασίας των τροφίμων, δεδομένης μάλιστα της σπουδαιότητας του συγκεκριμένου τομέα για την ελληνική οικονομία. Χαρτογραφήθηκε η σχετική εφαρμοστέα νομοθεσία που διέπει το συγκεκριμένο τομέα και εντοπίστηκαν στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό που αφορούν κυρίως τις ακόλουθες κατηγορίες: τα αρτοποιεία και γενικά τα αλευρώδη προϊόντα, τα γαλακτοκομικά προϊόντα, την επεξεργασία και συντήρηση κρέατος και προϊόντων κρέατος και τον Κώδικα Τροφίμων και Ποτών. Παρά το γεγονός ότι ο κλάδος διέπεται κατά ένα μεγάλο μέρος από την Ενωσιακή νομοθεσία που έχει άμεση εφαρμογή στην ελληνική έννομη τάξη είτε έχει ενσωματωθεί αντίστοιχα, εντοπίστηκαν κανονιστικά εμπόδια στις βασικές υποκατηγορίες του κλάδου.
Με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις επιδιώκεται η άρση των εμποδίων, προκειμένου να ενισχυθεί ο ανταγωνισμός, να ομαλοποιηθεί η αγορά με περισσότερες επιλογές για τον καταναλωτή, μεγαλύτερη ποικιλία προϊόντων και να μειωθεί το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων που συνιστά εμπόδιο εισόδου στις συγκεκριμένες αγορές. Παράλληλα, εντοπίστηκε πλήθος αναχρονιστικών διατάξεων που αν και καταργημένες εν τοις πράγμασι, λειτουργούν εις βάρος της ασφάλειας δικαίου και των νέων επιχειρήσεων που θα ήθελαν να εισέλθουν στην εκάστοτε αγορά.
Ειδικότερα, στην υποπαράγραφο Β1 περιλαμβάνονται οι προτεινόμενες ρυθμίσεις για την αρτοποιητική νομοθεσία. Συγκεκριμένα, με την περίπτωση 1 καταργούνται οι εκ του νόμου προκαθορισμένες ποσότητες και το προκαθορισμένο βάρος πώλησης άρτου και αρτοπαρασκευασμάτων και ορίζεται ρητά ότι τα προϊόντα αυτά ζυγίζονται υποχρεωτικά ενώπιον του καταναλωτή σε όλα τα σημεία πώλησης και φέρουν ένδειξη τιμής ανά κιλό και μόνον συμπληρωματικά τιμή τεμαχίου. Η προτεινόμενη ρύθμιση παρέχει τη δυνατότητα στους φούρνους να επιλέγουν ελεύθερα το βάρος του πωλούμενου προϊόντος ανάλογα με τη ζήτηση της αγοράς και καθιερώνεται η αναγραφή της τιμής ανά μονάδα μέτρησης δηλαδή ανά κιλό. Με τον τρόπο αυτό επέρχεται πλήρης διαφάνεια στην πώληση των προϊόντων και προστατεύεται καλύτερα ο καταναλωτής ο οποίος θα καταβάλλει την αξία για ό,τι ακριβώς αγοράζει. Παράλληλα, δίνεται η δυνατότητα ελεύθερης παραγωγής και άλλων υποδιαιρέσεων και πολλαπλάσιων των μέχρι σήμερα προκαθορισμένων βαρών και με τον τρόπο αυτό διευρύνεται η επιλογή των προϊόντων στην αγορά και οι επιλογές της επιχείρησης ανταποκρινόμενες στην αντίστοιχη ζήτηση. Συμπληρωματικά, για τα προϊόντα που συνήθως πωλούνται με το «τεμάχιο» προτείνεται η αναγραφή και της τιμής ανά τεμάχιο.
Με την περίπτωση 2 παρέχεται η δυνατότητα πώλησης άρτου σε όλα τα καταστήματα, υπό την επιφύλαξη τήρησης των υγειονομικών διατάξεων και των διατάξεων σχετικά με την ασφάλεια των τροφίμων και την προστασία των καταναλωτών και εφόσον έχει χορηγηθεί άδεια λειτουργίας πρατηρίου άρτου. Παράλληλα όμως, δεν επιτρέπεται για λόγους διασφάλισης της δημόσιας υγείας η διάθεση άρτου και η λειτουργία πρατηρίου άρτου, εφόσον δεν συνιστά αυτοτελές και ανεξάρτητο κατάστημα, εντός κρεοπωλείων, πτηνοπωλείων,  ιχθυοπωλείων και περιπτέρων. Με τον τρόπο αυτό, όλα τα καταστήματα τροφίμων και ποτών μπορούν να διαθέσουν άρτο και προϊόντα άρτου στους καταναλωτές με παράλληλη διασφάλιση των υγειονομικών διατάξεων και της ασφάλειας της προστασίας του καταναλωτή και με εξαίρεση τα καταστήματα αυτά στα οποία ενδεχομένως εντοπίζεται κίνδυνος επιμόλυνσης.
Με την περίπτωση 3α τίθεται ένα μεταβατικό στάδιο δύο (2) ετών για την προσαρμογή στις νέες ρυθμίσεις των υφιστάμενων πρατηρίων άρτων, των αρτοποιείων που λειτουργούν νόμιμα κατά τη δημοσίευση του παρόντος νομοθετήματος, των βιομηχανικών – βιοτεχνικών εγκαταστάσεων αρτοποιίας, καθώς και των επαγγελματικών εργαστηρίων παραγωγής ζύμης. Επίσης, με την περίπτωση 3β καταργούνται οι παράγραφοι 3 έως και 6 του άρθρου 20 του ν. 3526/2007, καθώς κρίθηκε ότι είναι αόριστες και δημιουργούν ανισότητες στην αγορά εισάγοντες γενικές εξαιρέσεις για τις προ της έναρξης εφαρμογής του νόμου 3526/2007 επιχειρήσεις.
Με την περίπτωση 4 καταργούνται οι διατάξεις για τα αποθέματα πρώτων και βοηθητικών υλών καθώς κρίθηκε ότι συντελούν στην αύξηση του λειτουργικού κόστος και κατ’ αποτέλεσμα δημιουργούν ανασφάλεια στην ανάπτυξη του κλάδου.
Τέλος, με την περίπτωση 5 καταργείται η αναχρονιστική διάταξη του 296/1969 που όριζε ελάχιστη δυναμικότητα παραγωγής για τους αρτοποιούς της πρωτεύουσας. Η διάταξη αυτή έχει εν τοις πράγμασι καταστεί άνευ αντικειμένου και πρέπει να καταργηθεί για λόγους ασφάλειας δικαίου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου